Rechner Kreikaksi
3 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 Ostin uuden Rechnerin.
🇬🇷 Αγόρασα έναν καινούριο υπολογιστή.
🇫🇮 Rechner on kätevä työkalu.
🇬🇷 Ο υπολογιστής είναι ένα χρήσιμο εργαλείο.
🇫🇮 Käytän Rechneriä työssäni.
🇬🇷 Χρησιμοποιώ τον υπολογιστή στη δουλειά μου.
|
tekninen, yleiskäyttö | |
|
yleinen
🇫🇮 Palkkasimme uuden Rechnerin yritykseemme.
🇬🇷 Προσλάβαμε έναν νέο λογιστή στην εταιρεία μας.
🇫🇮 Rechner laatii tilinpäätöksen.
🇬🇷 Ο λογιστής συντάσσει τον ισολογισμό.
🇫🇮 Tarvitsemme Rechnerin apua veroasioissa.
🇬🇷 Χρειαζόμαστε τη βοήθεια του λογιστή για φορολογικά θέματα.
|
ammatillinen, taloushallinto | |
|
harvinainen
🇫🇮 Vanha Rechner on jo pois käytöstä.
🇬🇷 Η παλιά μηχανή υπολογισμού δεν χρησιμοποιείται πια.
🇫🇮 Rechner oli aikanaan vallankumouksellinen laite.
🇬🇷 Η μηχανή υπολογισμού ήταν κάποτε μια επαναστατική συσκευή.
|
vanhahtava, tekninen |