Reform Kreikaksi
4 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 Suomen koulutukseen tehtiin suuri reformi
🇬🇷 Στη Φινλανδία πραγματοποιήθηκε μεγάλη μεταρρύθμιση στην εκπαίδευση
🇫🇮 Hallitus suunnittelee sosiaaliturvajärjestelmän reformia
🇬🇷 Η κυβέρνηση σχεδιάζει μεταρρύθμιση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης
|
muodollinen | |
|
muodollinen
🇫🇮 Kirjailijan teos käsittelee yhteiskunnallista reformia
🇬🇷 Το έργο του συγγραφέα αφορά κοινωνική αναμόρφωση
🇫🇮 Koulutuksen reformi vaatii perusteellista anomista
🇬🇷 Η εκπαιδευτική αναμόρφωση απαιτεί ριζική αλλαγή
|
kirjallinen | |
|
yleinen
🇫🇮 Yritys aikoo reformoida järjestelmän
🇬🇷 Η εταιρεία σκοπεύει να reformάρει το σύστημα
🇫🇮 Poliitikko pyrkii reformoimaan lainsäädäntöä
🇬🇷 Ο πολιτικός προσπαθεί να reformάρει τη νομοθεσία
|
tekninen | |
|
yleinen
🇫🇮 Koulun uudistus oli tarpeen
🇬🇷 Η αναμόρφωση του σχολείου ήταν απαραίτητη
🇫🇮 Yritys teki suuren uudistuksen
🇬🇷 Η εταιρεία πραγματοποίησε μεγάλη ανανέωση
|
arkikäyttö |