microfon Kreikaksi
3 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 Ostin uuden mikrofonin konserttiin.
🇬🇷 Αγόρασα ένα καινούργιο μικρόφωνο για τη συναυλία.
🇫🇮 Mikrofoni on kytketty äänentoistojärjestelmään.
🇬🇷 Το μικρόφωνο είναι συνδεδεμένο στο σύστημα ήχου.
|
tekninen, yleiskielinen | |
|
yleinen
🇫🇮 Puhuja käytti mikrofonia kädessään.
🇬🇷 Ο ομιλητής χρησιμοποίησε μικρόφωνο χειρός.
🇫🇮 Mikrofoni käsissä mahdollistaa liikkumisen lavalla.
🇬🇷 Το μικρόφωνο χειρός επιτρέπει την κίνηση στη σκηνή.
|
tekninen, tarkentava ilmaus | |
|
muodollinen
🇫🇮 Kokouksessa käytettiin mikrofonia pöydällä.
🇬🇷 Στη συνεδρίαση χρησιμοποιήθηκε μικρόφωνο επιτραπέζιο.
🇫🇮 Pöytämikrofoni parantaa äänenlaatua videoneuvotteluissa.
🇬🇷 Το μικρόφωνο επιτραπέζιο βελτιώνει την ποιότητα ήχου στις τηλεδιασκέψεις.
|
tekninen, toimistoympäristö |