mint Kreikaksi
4 käännökset
| Käännös | Konteksti | Ääni |
|---|---|---|
|
yleinen
🇫🇮 Käytän usein minttua teessä
🇬🇷 Χρησιμοποιώ συχνά μέντα στο τσάι
🇫🇮 Minttu on raikas yrtti
🇬🇷 Η μέντα είναι ένα αναζωογονητικό βότανο
|
arkikäyttö | |
|
yleinen
🇫🇮 Minttu käytetään usein hammaspuhdistuksessa
🇬🇷 Η μέντα χρησιμοποιείται συχνά για τον καθαρισμό των δοντιών
🇫🇮 Mentaa käytetään aromaterapiassa
🇬🇷 Η μέντα χρησιμοποιείται στην αρωματοθεραπεία
|
muodollinen | |
|
muodollinen
🇫🇮 Mentha on kasvisuku
🇬🇷 Η μέντα ανήκει στην οικογένεια των φυτών
🇫🇮 Kasvimaailmassa mentha tunnetaan monista lajeista
🇬🇷 Στον κόσμο των φυτών, η μέντα αναγνωρίζεται από πολλά είδη
|
tieteellinen | |
|
harvinainen
🇫🇮 Tämä on todella mint
🇬🇷 Αυτό είναι πραγματικά τερπνός/καλό
🇫🇮 Se on mint, kun näet ystävät
🇬🇷 Είναι ωραίο όταν βλέπεις φίλους
|
slangi |